Τοπίο στην ομίχλη
Η τελική μάχη θα δοθεί γύρω από το ποιος διαθέτει σχέδιο για το αύριο και, κυρίως, ποιος μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις
Στην «μετά ΔΕΘ» περίοδο, στην οποία βρίσκεται η χώρα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση κάνουν ταμείο, επιχειρώντας να διαβάσουν σωστά τα μηνύματα της κοινωνίας. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά είναι η δυσπιστία και η βαθιά απογοήτευση ευρύτερα προς το πολιτικό σύστημα. Η ΝΔ διατηρεί σταθερά τα έντονα σημάδια της κόπωσης, δείχνοντας να έχει ξεμείνει από αποθέματα και νέα πνοή. Το ΠΑΣΟΚ πασχίζει να αποδείξει ότι διαθέτει την εναλλακτική, ώστε να καρπωθεί τη δυσαρέσκεια και το υπαρκτό αίτημα για αλλαγή, χωρίς να το επιτυγχάνει.
Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός δεν έπεισαν την πλειοψηφία των πολιτών πως θα αλλάξουν την καθημερινότητά τους ουσιαστικά προς το καλύτερο και οι περισσότεροι τα αξιολογούν αρνητικά. Η ΝΔ «τσιμπάει» στις μετρήσεις, αλλά όχι όσα θα επιθυμούσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και παραμένει μακριά από τους στόχους που έχει θέσει για αυτοδυναμία. Η αίσθηση φθοράς είναι διάχυτη και το αίτημα για πολιτική αλλαγή αποκτά μεγαλύτερη απήχηση σε σχέση με το αίτημα για σταθερότητα.
Παράλληλα, η κοινωνία δείχνει να έχει χάσει την εμπιστοσύνη της όχι μόνο προς την κυβέρνηση, αλλά και προς το πολιτικό σύστημα συνολικά. Σκάνδαλα, κρίσεις στη δικαιοσύνη, κυβερνητικές μεθοδεύσεις όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, μαζί με το αίσθημα ατιμωρησίας, ανασύρουν τη διαφθορά στην κορυφή των προβλημάτων. Η ακρίβεια εξακολουθεί να ταλαιπωρεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τα ενοίκια και τους λογαριασμούς ενέργειας να παραμένουν στα ύψη.
Αλλαγή συσχετισμών δεν παρατηρείται, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά έκπληξη αυτή την περίοδο. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο μόνος πόλος -αυτή τη στιγμή- που αμφισβητεί τη ΝΔ και μπορεί -υπό προϋποθέσεις- να την κερδίσει είναι το ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη σημειώνει μικρά αλλά υπαρκτά κέρδη και επενδύει στο πρόγραμμα που παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη. Το στοίχημα για την Χαριλάου Τρικούπη είναι να καταφέρει να περάσει στην κοινωνία το μήνυμα της ετοιμότητας και να πείσει ότι υπάρχει όντως μια ρεαλιστική εναλλακτική διακυβέρνησης.
Τα νέα κόμματα που φημολογείται ότι θα δημιουργηθούν από πρώην πρωθυπουργούς, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Αλέξη Τσίπρα δεν φαίνεται να προκαλούν ρίγη συγκίνησης τους ψηφοφόρους. Τα ποσοστά απόρριψης υπερτερούν κατά πολύ των ποσοστών αποδοχής. Επομένως, δύσκολα θα αλλάξουν καταλυτικά και ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Συνολικά, το πολιτικό τοπίο παραμένει ρευστό, με λιγότερες σταθερές και περισσότερες αβεβαιότητες. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι οι δύο πυλώνες, κινούνται όμως στα χαμηλά και σε αντίθετες κατευθύνσεις: η πρώτη κρατά το προβάδισμα, αλλά έχει πολλά εσωτερικά προβλήματα και δυσαρέσκειες, αδυνατώντας να ανακάμψει σημαντικά. Το δεύτερο είναι συσπειρωμένο, αλλά με αργή άνοδο που δεν αρκεί για ανατροπή. Το παιχνίδι της επικράτησης δεν έχει κριθεί οριστικά. Τα δύο κόμματα δεν θα συμπράξουν μεταξύ τους αλλά θα χρειαστούν συμμαχίες με μικρότερες δυνάμεις που προς το παρόν παραμένουν άγνωστες ή θολές.
Η τελική μάχη θα δοθεί γύρω από το ποιος διαθέτει σχέδιο για το αύριο και, κυρίως, ποιος μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις της -πολλαπλώς εξαπατημένης από υποσχέσεις- κοινωνίας και να την πείσει για την αξιοπιστία του. Εξίσωση δύσκολη και απαιτητική...